Στις δύο το μεσημέρι, στην πλατεία της Φαρκαδόνας ο κόσμος δεν ήταν πολύς. Γύρω από την εκκλησία, τρία παιδιά έπαιζαν με ένα μπαλόνι. Στον Αθηναίο που έρχεται πρώτη φορά στο χωριό, η εικόνα έμοιαζε βγαλμένη από το Instagram, αλλά για τον ντόπιο τα πράγματα είναι αλλιώς. «Στενοχωριέμαι, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ήταν, με το μέρος όπου μεγάλωσα», είπε η Βούλα. Εκείνη θυμάται ένα χωριό όλο ζωντάνια –από τη γη ζούσαν εδώ οι οικογένειες– και ανέμελα παιδικά χρόνια πάνω σε ρόδες ποδηλάτων. «Σκορπίσαμε», μονολόγησε.
Πριν από τρία χρόνια, οι πλημμύρες του «Daniel» κατάπιαν σπίτια και καλλιέργειες, μετατρέποντας τη Φαρκαδόνα σε χωριό καταυλισμών. Δύο χρόνια νωρίτερα, τον Μάρτιο του ’21, η περιοχή είχε χτυπηθεί από σεισμό, που είχε στείλει πολλές οικογένειες σε κοντέινερ. Τα χωριά άντεξαν, οι οικογένειες δεν λύγισαν. Αν έχεις χάσει παιδιά, τι να σου πουν όλα αυτά.
Ηταν Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2004, λίγο πριν από τις 10 το πρωί, όταν έγινε το κακό. Το σχολικό λεωφορείο που μετέφερε 37 μαθητές και 4 καθηγητές του Λυκείου Φαρκαδόνας Τρικάλων στην Αθήνα προκειμένου να παρακολουθήσουν τους Παραολυμπιακούς Αγώνες κινείτο στο 173ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Αθηνών – Λαμίας. Στο πέταλο του Μαλιακού, το λεωφορείο διασταυρώθηκε με νταλίκα που μετέφερε υαλοπίνακες. Ο οδηγός του φορτηγού έχασε τον έλεγχο του οχήματος, πέρασε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με το λεωφορείο, το οποίο ανετράπη. Επτά μαθητές βρήκαν ακαριαίο θάνατο. Ηταν οι Χρήστος Μπουραζέλης, Αικατερίνη Λίτσιου, Στεφανία Καλύβα, Κωνσταντίνος Τέλλιος, Ευγενία Σαράφη, Απόστολος Οικονομούλας, Ιωάννης Καματσέλος.
Κάθε χωριό και μια απώλεια
Οπως στην ταινία «Hamnet», το πένθος ξεχύθηκε από τα χαροκαμένα σπίτια και απλώθηκε σε ολόκληρη την περιοχή. «Στην κυριολεξία», λέει ο Σάκης Τέλλιος, 35 ετών σήμερα, ιδιοκτήτης επιχείρησης με δομικά υλικά και οικιακό εξοπλισμό. «Κάθε χωριό είχε μια απώλεια. Η Στεφανία ήταν από το Διάσελο, η Κατερίνα και ο Κώστας από τον Γριζάνο, η Εβελυν και ο Αποστόλης από τη Φαρκαδόνα και τα άλλα τα παιδιά ήταν από το Ζάρκο. Δηλαδή, όλα τα χωριά που καταλήγαμε να ερχόμαστε σχολείο εδώ στη Φαρκαδόνα είχαν απώλειες».
Πώς συμπεριφέρεται το συλλογικό αυτό πένθος στο πέρασμα του χρόνου; Τι υπόλειμμα άφησε στα παιδιά που έμειναν πίσω; Ο Σάκης όπως και η Βούλα Ξάνθου επέβαιναν σε εκείνο το λεωφορείο. Οι νέοι που έφυγαν ήταν οι συμμαθητές τους, οι διπλανοί τους στο θρανίο της Α΄ Λυκείου. Η «Κ» τους συνάντησε μια Κυριακή, 22 χρόνια μετά εκείνο το δυστύχημα, στο προαύλιο του Λυκείου Φαρκαδόνας – είχε την καλοσύνη να το ανοίξει για χάρη μας ο νυν διευθυντής Θανάσης Βαγενάς. Τα παιδιά που φοιτούν σήμερα εδώ δεν τους γνωρίζουν, γνωρίζουν όμως τους επτά, τα πρόσωπά τους, τα ονόματά τους, από το μνημείο στο προαύλιο. Κάποια στιγμή στις πλημμύρες το νερό έφτασε σχεδόν στον πρώτο όροφο του σχολείου, αλλά το εικονοστάσι διασώθηκε. Οι δυο τους είχαν χρόνια να περάσουν από εδώ. Κανένας τους δεν ζει πια στη Φαρκαδόνα. Η Βούλα, που εργάζεται σε δομή φιλοξενίας αιτούντων άσυλο, ζει με την οικογένειά της στο Βελεστίνο, ενώ ο Σάκης με τη δική του οικογένεια στη Λάρισα. Οταν συναντήθηκαν, έδωσαν μια μεγάλη, σφιχτή αγκαλιά.
Δεν έχουν ξεχάσει εκείνη την ημέρα, πώς να την ξεχάσουν; Ηταν Δευτέρα, μια ανέφελη μέρα από τις πρώτες της νέας σχολικής χρονιάς. Τα παιδιά ψηλαφούσαν ακόμη το έδαφος στο νέο τους σχολείο, πρωτάκια στο λύκειο. «Ημασταν χαρούμενοι που θα πηγαίναμε την πρώτη μας εκδρομή στην Αθήνα», θυμάται η Βούλα. «Ξεκινήσαμε με όνειρα, με χαρά, με ελπίδα. Δυστυχώς, στη μέση της διαδρομής έμειναν όλα εκεί και ξεκίνησε μετά μια πολύ δύσκολη πορεία για όλους μας». Οσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, οι εικόνες από εκείνες τις στιγμές επανέρχονται στο μυαλό του Σάκη. «Γίνεται το δυστύχημα, είσαι δέκα λεπτά μέσα, ψάχνεις φίλους, βλέπεις ακρωτηριασμένα πράγματα, βλέπεις παραμορφωμένα πρόσωπα. Προσπαθείς να βγεις, να βοηθήσεις. Και στο τέλος καταλαβαίνεις ότι συνέβη αυτό που συνέβη. Είναι πολύ δύσκολο. Οι εικόνες δεν ξεχνιούνται. Λέει πολύς κόσμος ή η κοινωνία ότι ο χρόνος είναι ο γιατρός. Συμφωνώ, είναι γιατρός, είναι γιατρός για σένα, επειδή είσαι απέξω, αλλά γι’ αυτόν που τις βίωσε δεν μπορεί να ξεχαστεί. Δεν…». Ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο ξάδελφός του Κωνσταντίνος.
Ψυχολογική στήριξη
Μία ημέρα μετά το δυστύχημα, την Τρίτη το πρωί, η Βούλα εξήλθε από το νοσοκομείο με ελαφρά τραύματα. «Πρόλαβα τις πέντε από τις επτά κηδείες των παιδιών. Την Πέμπτη επιστρέψαμε στο σχολείο. Τα θρανία των παιδιών ήταν κενά. Αφήσαμε λουλούδια, τους γράψαμε μια αφιέρωση. Δεν ήταν εύκολο να επανέλθουμε στην καθημερινότητα». Εκτός από τα παιδιά, όμως, εμφανίστηκαν στο σχολείο και κάποιοι άλλοι. Με πρωτοβουλία της τότε υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου, στο Λύκειο Φαρκαδόνας έσπευσε κλιμάκιο της «Μέριμνας», της μη κυβερνητικής οργάνωσης που στηρίζει παιδιά σε πένθος. Η ψυχολόγος Ντίνα Τσελεπή εργαζόταν τότε σε μια υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας στα Τρίκαλα όταν χτύπησε το τηλέφωνό της. Ηταν η επικεφαλής της «Μέριμνας» Δανάη Παπαδάτου, που καλούσε τους επαγγελματίες που εργάζονταν σε υπηρεσίες και δομές της περιοχής να συνδράμουν στο απαιτητικό εγχείρημα. Η κ. Τσελεπή δήλωσε αμέσως διαθεσιμότητα. «Από την πρώτη στιγμή είχα την αίσθηση ότι πάει να γίνει κάτι σοβαρό, κάτι με επιστημονικό υπόβαθρο. Μας προσέγγισαν με σεβασμό τόσο εμάς, όσο και τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές, με σεβασμό στη σοβαρότητα αυτού που έχει γίνει». Κανείς δεν ήξερε ακόμη τότε ότι θα ήταν μια τρίχρονη παρέμβαση στο σχολείο, ότι οι ψυχολόγοι θα συνόδευαν τους μαθητές μέχρι να αποφοιτήσουν από το λύκειο. «Για τα επόμενα τρία χρόνια, δύο ημέρες την εβδομάδα τα περνούσα με απόσπαση στο Λύκειο της Φαρκαδόνας».
Η Βούλα θυμάται ότι στην αρχή ήταν πολύ διστακτική να ανοιχτεί στους ειδικούς. «Την πρώτη φορά είχα πάει μαζί με μια συμμαθήτριά μου. Είχα μια άσχημη εμπειρία στο νοσοκομείο. Την πρώτη ημέρα είχε τύχει να περάσουν πάρα πολλοί άνθρωποι και θυμάμαι μια κοινωνική λειτουργό που επέμενε πολύ να της μιλήσω, αλλά τότε δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν». Ομως γρήγορα κατάλαβε ότι οι επαγγελματίες που είχαν έρθει στο σχολείο ήταν αλλιώτικοι. «Προσέγγισαν τελείως διαφορετικά το δυστύχημα, τον πόνο μας, το βίωμά μας. Οπότε ανοίχτηκα και συμμετείχα και σε ατομικές συναντήσεις και σε ομαδικές. Αγκάλιασαν όλο το βίωμα, τον πόνο μας, ήταν πάρα πολύ σημαντικό». Σύμφωνα με την κ. Τσελεπή, σήμερα διευθύντρια του Συμβουλευτικού Κέντρου Στήριξης στο Πένθος της «Μέριμνας» στη Θεσσαλονίκη, κρίσιμο ρόλο έπαιξε ότι είχαν τη στήριξη της διεύθυνσης του σχολείου και των εκπαιδευτικών. «Υπήρχε αίτημα από το σχολείο, θέλουμε να μας βοηθήσετε. Επαιξε πολύ σημαντικό ρόλο αυτό. Δεν ήρθαμε να επιβάλουμε πράγματα, γίναμε μέλη της σχολικής κοινότητας».
Οι καθηγητές
Στήριξη έλαβαν και οι καθηγητές. «Υπήρχαν στιγμές που τους έπιαναν τα κλάματα», θυμάται ο Σάκης. «Υπήρχαν στιγμές που δεν ήξεραν πώς να χειριστούν μια κατάσταση, βλέποντας εμάς ότι είμαστε χάλια. Ειδικά η πρώτη χρονιά κύλησε με μηδαμινό μάθημα να λέμε την αλήθεια. Περισσότερο κοιτάζαμε να σταθεί ο ένας στον άλλον». Παιδιά και ψυχολόγοι ενώθηκαν με έναν τρόπο που λίγοι απέξω μπορούν να καταλάβουν. «Γίναμε ένα. Μας βοήθησαν πάρα πολύ, έκαναν τα πάντα για εμάς».
Στο σχολείο άφηναν το συναίσθημα να τους κατακλύσει, γίνονταν παιδιά – γιατί στον έξω κόσμο ήταν διαφορετικά. «Τα ξέγνοιαστα χρόνια του λυκείου δεν ήρθαν ποτέ για εμάς», λέει η Βούλα. «Είχαμε να αντιμετωπίσουμε άλλες καταστάσεις. Αναγκαστήκαμε να αλλάξουμε, να μεγαλώσουμε, να δούμε το σκληρό πρόσωπο της ζωής και της καθημερινότητας. Είχαμε μόνο το σχολείο και το φροντιστήριό μας και επιστρέφαμε στο σπίτι. Επρεπε να δώσουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στους δικούς μας ανθρώπους». Ανέπτυξε μεγάλη φοβία, να μην πάθει κάτι κάποιος. Οχι για την ίδια, για τους γονείς της.
Πολλά παιδιά ανέπτυξαν τότε φοβίες. Αλλα επέστρεψαν στο κρεβάτι των γονιών τους. Αλλα με κάθε σειρήνα που άκουγαν, έβαζαν πάλι τον εαυτό τους σε εκείνο το λεωφορείο, έβλεπαν ξανά εκείνες τις εικόνες. «Τραυματίστηκε σοβαρά το αίσθημα ασφάλειάς τους. Υπήρχε πολύς πόνος, αλλά και ενοχές», λέει η κ. Τσελεπή. «Ειδικά το πρώτο διάστημα πολλά παιδιά αναρωτιούνταν γιατί έζησαν εκείνα ή τι θα μπορούσαν να έχουν κάνει διαφορετικά». «Το “γιατί αυτοί και όχι εμείς” αιωρείται μέχρι σήμερα», θα πει ο Σάκης.
Ο πόνος συγκρουόταν κάθε στιγμή με τη ζωή, τα νιάτα. «Θέλαμε να τρέξουμε, αλλά είχαμε πάντα ένα βάρος», λέει η Βούλα. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να δώσουν Πανελλαδικές. Ηταν καλή φουρνιά, καλοί μαθητές οι περισσότεροι και κατάφεραν πολλοί να μπουν στο πανεπιστήμιο κι ας μελέτησαν υπό αυτές τις συνθήκες. Η πολιτεία τους είχε τάξει μόρια, τα οποία τελικά δεν δόθηκαν ποτέ. Η Βούλα πάντως αποφάσισε να μη σπουδάσει στην Αθήνα, αλλά στη Θεσσαλονίκη. «Δεν ήθελα να ξανακάνω αυτή τη διαδρομή». Στο σημείο του δυστυχήματος πήγε πρώτη φορά πέρυσι τον Μάρτιο. «Σταμάτησα, άναψα ένα κεράκι, πήρα τον χρόνο μου στο σημείο. Δεν το είχα ξανακάνει τα προηγούμενα χρόνια. Δεν μπορούσα να το κάνω». Ο Σάκης, αντιθέτως, πάει συχνά. «Σαν να με θέλει το σημείο εκεί. Δηλαδή νιώθω ότι πρέπει να πάω και να σταματήσω. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας με τους συμμαθητές μου».
Η Βούλα δεν έχει μιλήσει στους γιους της, 6,5 και 3 ετών, για το συμβάν. «Με ρωτούν για διάφορα γεγονότα, όμως ακόμη σε αυτό δεν είμαι έτοιμη να μπω». Οι κόρες του Σάκη γνωρίζουν περισσότερα γιατί μεγαλώνουν κοντά στην αδερφή του Κωνσταντίνου, που χάθηκε στο δυστύχημα. «Αυτό που έγινε επηρεάζει τα πάντα, το πώς βλέπεις το μέλλον, πώς θα δεις τα παιδιά σου. Το σημαντικότερο είναι να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Κοινωνικά θέλεις να κάνεις το καλό, να βοηθάς. Προσωπικά ένιωσα ότι οφείλω να το κάνω για την αδερφή του ξαδέλφου μου που χάθηκε. Βλέπω στο πρόσωπό της αυτόν. Πρέπει να δηλώσουμε “παρών”».
«Θέλει χρόνο»
Ολα αυτά τα χρόνια ο λυγμός υποβόσκει – όταν συνέβησαν τα Τέμπη το τραύμα άρχισε πάλι να αναβλύζει. «Βλέπουμε ένα απλό ατύχημα μπροστά μας και μας πιάνει το κλάμα, πόσω μάλλον τα Τέμπη», λέει ο Σάκης. Η Βούλα νιώθει έντονη την ανάγκη να πει στους συγγενείς και στους τραυματίες ότι κάποια στιγμή θα δουν αχτίδα φωτός. «Θυμάμαι κάτι που μου είχε πει η Ντίνα σε μια συνεδρία, την ιστορία με έναν βασιλιά που είχε ένα διαμάντι που είχε γρατζουνιστεί. Το πήγε σε όλους τους τεχνίτες. Κανείς δεν μπορούσε να το φτιάξει. Τότε εμφανίστηκε κάποιος και του λέει “δώσε μου το διαμάντι και θα το φτιάξω εγώ”. “Πώς θα τα καταφέρεις;”, ρώτησε ο βασιλιάς. “Εμπιστεύσου με”, του είπε εκείνος. Και όταν επέστρεψε, το διαμάντι είχε επάνω ένα τριαντάφυλλο. Χρησιμοποίησε τη γρατζουνιά κι έφτιαξε ένα λουλούδι. Εγώ αυτήν την ιστορία την έχω στο μυαλό μου. Οταν κάποιος περνάει μια πολύ δύσκολη φάση, είναι μέσα στην καταιγίδα. Ισως εκείνη τη στιγμή νιώθει απροστάτευτος, μόνος, ότι ο κόσμος χάνεται. Εφόσον αποδεχθείς αυτό που συνέβη και σιγά σιγά ξεκινήσεις και το βάζεις μέσα στην καθημερινότητά σου και γίνεται βίωμα, αρχίζει και μαλακώνει. Αλλά θέλει χρόνο».
Λίνα Γιάνναρου (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)






