Έως και 1,5 βαθμό Κελσίου υψηλότερες θερμοκρασίες μέσα στην επόμενη δεκαετία προβλέπει για τη Λάρισα η πιλοτική πλατφόρμα AUGURES του meteo.gr.

Για τον θεσσαλικό κάμπο, όπου η αγροτική παραγωγή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη θερμοκρασία και τη διαθεσιμότητα νερού, η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί απλώς έναν αριθμό στον χάρτη. Μπορεί να επηρεάσει τον χρόνο ανάπτυξης των φυτών, τις ανάγκες άρδευσης και τελικά την παραγωγικότητα των καλλιεργειών.

Η εικόνα που διαμορφώνεται για τη Θεσσαλία τα επόμενα χρόνια είναι αυτή ενός ολοένα θερμότερου αγροτικού περιβάλλοντος. Η πλατφόρμα AUGURES αξιοποιεί δεκαετείς προγνώσεις από σύνολο μετεωρολογικών μοντέλων και, με τη χρήση τεχνικών τεχνητής νοημοσύνης, επιχειρεί να μεταφέρει τα δεδομένα σε πολύ υψηλότερη χωρική ανάλυση, ώστε να μπορούν να αξιοποιηθούν και σε εφαρμογές που αφορούν την αγροτική παραγωγή. Όπως εξήγησε ο διευθυντής ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστας Λαγουβάρδος, οι συγκεκριμένες προγνώσεις εκτείνονται έως το 2034.

Η προβλεπόμενη άνοδος της θερμοκρασίας κατά περίπου 1,5°C στη Λάρισα μέσα σε μία δεκαετία αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν μεταφράζεται σε συνθήκες μέσα στο χωράφι. Δεν σημαίνει ότι κάθε ημέρα θα είναι κατά 1,5 βαθμό θερμότερη ούτε ότι η αύξηση θα είναι ίδια σε όλες τις περιοχές και όλες τις εποχές. Σημαίνει, όμως, ότι το θερμικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσονται οι καλλιέργειες μετακινείται προς υψηλότερες θερμοκρασίες.

Περισσότερη ζέστη, μεγαλύτερες ανάγκες σε νερό

Η άνοδος της θερμοκρασίας επηρεάζει άμεσα την εξατμισοδιαπνοή, δηλαδή την απώλεια νερού από το έδαφος και τα φυτά. Ήδη, σύμφωνα με τον καθηγητή της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Νίκο Δαναλάτο, η μέση θερμοκρασία στην περιοχή έχει αυξηθεί περίπου κατά έναν βαθμό Κελσίου τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, με αποτέλεσμα να επιταχύνεται η ανάπτυξη των φυτών και να αυξάνεται η εξατμισοδιαπνοή.

Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο χωράφι μπορεί να χρειάζεται περισσότερο νερό για να διατηρήσει παρόμοιες συνθήκες ανάπτυξης. Και εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον θεσσαλικό κάμπο: η άνοδος της θερμοκρασίας έρχεται σε μια περιοχή όπου το νερό αποτελεί ήδη κρίσιμο παράγοντα για τη γεωργία.

Μελέτη του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, βασισμένη σε προσομοιώσεις για τη Θεσσαλία, έχει δείξει ότι η μελλοντική αύξηση της θερμοκρασίας και η μεταβολή των βροχοπτώσεων μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση των αναγκών άρδευσης.

Στην εξεταζόμενη περίοδο, οι ανάγκες άρδευσης εκτιμήθηκε ότι αυξάνονται για το σιτάρι και τη μηδική κατά περισσότερο από 16% και 11% αντίστοιχα, ενώ για το βαμβάκι κατά περίπου 7%.

Σιτάρι, βαμβάκι και καλαμπόκι στο επίκεντρο

Οι επιπτώσεις δεν θα είναι ίδιες για όλες τις καλλιέργειες. Κάθε φυτό έχει διαφορετικές θερμοκρασιακές ανάγκες και διαφορετική αντοχή στη θερμική και υδατική καταπόνηση.

Το σιτάρι, για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις υψηλές θερμοκρασίες κατά κρίσιμα στάδια της ανάπτυξής του. Πρόσφατη μελέτη για τη Θεσσαλία εξέτασε ειδικά τον υδατικό στρες στο χειμερινό σιτάρι και διαπίστωσε αύξηση του στρες στις μελλοντικές κλιματικές συνθήκες, με εντονότερη επιβάρυνση σε σημαντικό τμήμα της θεσσαλικής έκτασης.

Ανάλογες ανησυχίες υπάρχουν για καλλιέργειες που αποτελούν βασικό τμήμα της παραγωγικής ταυτότητας του κάμπου, όπως το βαμβάκι και το καλαμπόκι. Μελέτες για τη Θεσσαλία έχουν ήδη εξετάσει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στο βαμβάκι, το σιτάρι και το καλαμπόκι, δείχνοντας ότι οι αλλαγές στη θερμοκρασία και στη διαθεσιμότητα νερού μπορούν να μεταβάλουν τις συνθήκες παραγωγής.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν «θα κάνει περισσότερη ζέστη». Είναι εάν οι σημερινές ποικιλίες, οι ημερομηνίες σποράς, οι πρακτικές άρδευσης και συνολικά το σημερινό μοντέλο καλλιέργειας μπορούν να παραμείνουν αποτελεσματικά σε ένα θερμότερο κλίμα.

Οι καύσωνες είναι μεγαλύτερη απειλή από τον μέσο όρο

Για την αγροτική παραγωγή, ιδιαίτερη σημασία έχει όχι μόνο η μέση θερμοκρασία αλλά και η συχνότητα και διάρκεια των ακραία θερμών ημερών.

Μελέτη για τις κλιματικές αλλαγές και τον αγροδιατροφικό τομέα στην Ελλάδα εκτιμά ότι οι ημέρες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά. Η ίδια έρευνα κατατάσσει τη Θεσσαλία μεταξύ των περιοχών που αναμένεται να αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες άμεσες οικονομικές επιπτώσεις από τη μεταβολή του κλίματος.

Ένας παρατεταμένος καύσωνας την κρίσιμη περίοδο ανθοφορίας ή γεμίσματος του καρπού μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά από μια αντίστοιχη αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας. Για τον παραγωγό, επομένως, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα αλλάξει το θερμικό φορτίο μέσα στην καλλιεργητική περίοδο.

Και το νερό γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο

Η θερμοκρασία, ωστόσο, δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από το νερό. Ο συνδυασμός υψηλών θερμοκρασιών, αυξημένης εξατμισοδιαπνοής και περιόδων ξηρασίας αυξάνει την πίεση στους διαθέσιμους υδατικούς πόρους.

Ταυτόχρονα, η κλιματική αλλαγή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα εξαφανιστούν οι έντονες βροχοπτώσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι μελλοντικές κλιματικές συνθήκες συνδέονται με αυξημένη συχνότητα ορισμένων ακραίων βροχοπτώσεων, ενώ οι μελέτες για τη Θεσσαλία καταγράφουν έναν σύνθετο κίνδυνο: μεγαλύτερη θερμική και υδατική πίεση κατά τις ξηρές περιόδους και, παράλληλα, κίνδυνο έντονων βροχοπτώσεων και πλημμυρών.

Για τον θεσσαλικό κάμπο αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο παράδοξο: ο αγρότης μπορεί να χρειάζεται περισσότερο νερό το καλοκαίρι, την ίδια στιγμή που η διαχείριση των υδατικών αποθεμάτων γίνεται δυσκολότερη.

Η επόμενη δεκαετία ως περίοδος προσαρμογής

Η πρόβλεψη της AUGURES δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλεψη για το πόσο θα μειωθεί η παραγωγή κάθε καλλιέργειας. Η σχέση ανάμεσα στη θερμοκρασία και στην απόδοση ενός χωραφιού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: την ποικιλία, το έδαφος, την άρδευση, την ημερομηνία σποράς, τις ακραίες θερμοκρασίες και τις γεωργικές πρακτικές.

Ωστόσο, το μήνυμα των διαφορετικών ερευνών συγκλίνει σε ένα σημείο: το αγροτικό μοντέλο της Θεσσαλίας καλείται να προσαρμοστεί σε ένα θερμότερο και πιο απαιτητικό κλιματικό περιβάλλον. Οι επιστημονικές προτάσεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων αλλαγές στις ημερομηνίες σποράς, πιο αποδοτική άρδευση και επιλογή ποικιλιών καλύτερα προσαρμοσμένων στη ζέστη και την ξηρασία.

Η επόμενη δεκαετία, επομένως, δεν αφορά μόνο το πόσο θα ανέβει το θερμόμετρο. Αφορά το εάν η γεωργία του θεσσαλικού κάμπου θα προλάβει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.

Για έναν τόπο όπου η γεωργία αποτελεί βασικό κομμάτι της οικονομίας και της κοινωνικής ζωής, η διαφορά ανάμεσα σε έναν βαθμό ή ενάμιση βαθμό Κελσίου δεν είναι απλώς μια στατιστική μεταβολή. Είναι μια αλλαγή στις συνθήκες μέσα στις οποίες θα πρέπει να καλλιεργηθούν τα χωράφια της Θεσσαλίας τα επόμενα χρόνια.

Γ.Δ. kosmoslarissa.gr