Πολλοί γιατροί, λίγοι νοσηλευτές και ακόμη λιγότεροι εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται – Η εικόνα της Θεσσαλίας αποκαλύπτει τις αδυναμίες του σχεδιασμού

Το ελληνικό Εθνικό Σύστημα Υγείας πάσχει όχι μόνο από έλλειψη πόρων, αλλά κυρίως από ανισοκατανομή ανθρώπινου δυναμικού και υποδομών. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους υψηλότερους αριθμούς γιατρών στην Ευρώπη, με 6,6 ενεργούς γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους έναντι 4,2 στην Ε.Ε., την ίδια ώρα όμως που διαθέτει μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει τους 8,4. 

Όπως καταγράφει το kosmoslarissa.gr, το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στον χάρτη. Περισσότεροι από έξι στους δέκα γιατρούς συγκεντρώνονται στην Αττική και την Θεσσαλονίκη, ενώ στις νησιωτικές περιοχές βρίσκεται μόλις περίπου το 10%. Έτσι, η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζεται ως χώρα με «πολλούς γιατρούς», αλλά ένας κάτοικος της επαρχίας ή ενός νησιού δεν έχει κατ’ ανάγκη την ίδια πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας με έναν κάτοικο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης.

Η αντίφαση αυτή αποτυπώνεται και στη Θεσσαλία.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στα Κέντρα Υγείας της Θεσσαλίας το 2025 υπηρετούσαν 276 γιατροί και 475 νοσηλευτές. Υπήρξε μεν μια μικρή αύξηση σε σχέση με το 2024, κατά 0,7% στους γιατρούς και 1,9% στους νοσηλευτές, όμως η εικόνα παραμένει εύθραυστη για μια περιοχή με μεγάλες γεωγραφικές αποστάσεις, ορεινούς και νησιωτικούς πληθυσμούς και αυξημένες ανάγκες σε περιόδους τουριστικής αιχμής.

Ενδεικτικό της δυσκολίας είναι ότι η 5η Υγειονομική Περιφέρεια εξακολουθεί να προκηρύσσει κενές και κενούμενες θέσεις προσωπικών γιατρών σε νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και περιφερειακά ιατρεία. Μάλιστα, σε προκήρυξη του 2025 από τις 141 θέσεις που είχαν προκηρυχθεί καλύφθηκαν οι 118, ενώ 23 παρέμειναν κενές.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους γιατρούς. Τον Ιούνιο του 2026 η 5η ΥΠΕ προχώρησε σε πρόσκληση για την κάλυψη 60 θέσεων ειδικευόμενων νοσηλευτών, μεταξύ άλλων σε επείγουσα και εντατική, παθολογική, χειρουργική, ψυχικής υγείας και γεροντολογική νοσηλευτική.

Πολλά μηχανήματα, χωρίς μέτρηση του αποτελέσματος

Η ίδια στρέβλωση εμφανίζεται και στον εξοπλισμό. Η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη θέση μεταξύ 38 χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τη διαθεσιμότητα αξονικών και μαγνητικών τομογράφων και PET, ενώ διαθέτει και μεγάλο αριθμό αιμοδυναμικών εργαστηρίων. 

Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο πόσα μηχανήματα έχουμε, αλλά πού βρίσκονται, πόσο λειτουργούν και πόσους ασθενείς εξυπηρετούν.

Γιατί ένας σύγχρονος αξονικός τομογράφος σε ένα μεγάλο αστικό νοσοκομείο δεν έχει την ίδια αξία για την ισότητα στην υγεία με μια αντίστοιχη υποδομή σε μια περιοχή όπου οι ασθενείς αναγκάζονται να μετακινηθούν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιόμετρα για μια εξέταση.

Στη Θεσσαλία, πάντως, γίνονται επενδύσεις σε κρίσιμο εξοπλισμό. Στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας δρομολογήθηκε η προμήθεια νέου αξονικού τομογράφου άνω των 600 τομών, με προϋπολογισμό 1,97 εκατ. ευρώ.

Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες επενδύσεις θα πρέπει να εντάσσονται σε έναν συνολικό σχεδιασμό που θα απαντά σε βασικά ερωτήματα: ποια περιοχή έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη, πόσο χρησιμοποιείται ο διαθέσιμος εξοπλισμός, πόσο περιμένει ο ασθενής και πόσες εξετάσεις πραγματοποιούνται.

Η επαρχία δεν χρειάζεται απλώς περισσότερα χρήματα

Η έκθεση «Policy Roadmaps for Acting Early on NCDs: Greece» αναδεικνύει μια βαθύτερη παθογένεια: η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά σε ανθρώπινους και τεχνολογικούς πόρους, αλλά δεν έχει καταφέρει να τους κατανείμει με βάση τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.

Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: πολλοί γιατροί, αλλά ελάχιστοι γενικοί γιατροί· πολλά μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας, αλλά ανεπαρκής παρακολούθηση της αξιοποίησής τους· υψηλή συγκέντρωση υγειονομικού προσωπικού στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά επίμονες ελλείψεις στην περιφέρεια.

Και εδώ βρίσκεται η πραγματική αδικία.

Ο κάτοικος της Λάρισας, των Τρικάλων, της Καρδίτσας, του Βόλου, της Ελασσόνας ή ενός απομακρυσμένου χωριού δεν θα πρέπει να έχει απλώς θεωρητικά το ίδιο δικαίωμα στην υγεία με τον κάτοικο της Αθήνας. Θα πρέπει να έχει και πρακτικά την ίδια δυνατότητα πρόσβασης.

Γιατί τελικά το πρόβλημα του ΕΣΥ δεν είναι μόνο πόσα χρήματα διαθέτει. Είναι αν τα χρήματα φτάνουν εκεί όπου υπάρχει ο ασθενής.

Γιώργος Δεληχάς, kosmoslarissa.gr