«Τα Πιο Ζεστά Χριστούγεννα» της Ευγενίας Παπαϊωάννου, είναι μια ιστορία που ξεκινά από κάτι πολύ πραγματικό και καθόλου γιορτινό: από τη στιγμή που κάποιος σε κρίνει «με το μάτι» και σε βάζει στο περιθώριο, επειδή δεν χωράς στη βιτρίνα του.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή Παιδείας. Η εικονογράφηση ανήκει στον Δημήτρη Τρακόσα. Απευθύνεται σε παιδιά άνω των 4+.

Γράφει η δημοσιογράφος Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Ένα μικρό ελατάκι σε γλάστρα «στραβό» στην κορυφή, άρα «ελαττωματικό» για τον κόσμο της επίδειξης βρίσκεται στον χώρο ενός πωλητή που αποφασίζει να το κρύβει για να μη «χαλάει τη μόστρα».

Βλέπουμε πώς γεννιέται ο αποκλεισμός από τους «κανονικούς», όχι από το ίδιο το διαφορετικό. Κι όταν το ελατάκι καταλήγει στο σπίτι του Στάθη, μαζί με ένα «λυγερόκορμο» έλατο που ήδη κλέβει τα βλέμματα, ενεργοποιείται η πιο γνώριμη πληγή: η σύγκριση. Εκεί που ένα παιδί σκέφτεται «γιατί ο άλλος κι όχι εγώ;» και ντρέπεται ακόμα και γι’ αυτή τη σκέψη.

Ο κύριος Αγάθωνας προσωποποιεί τη νοοτροπία «να φαίνεται ωραίο προς τα έξω» και πως να μην ταυτιστούμε; Έτσι είναι και η πραγματικότητα: άνθρωποι που κάνουν μικρές, καθημερινές αδικίες χωρίς να νιώθουν ότι κάνουν κάτι σοβαρό.

Από την άλλη η γιαγιά νοιάζεται για το φαγητό, για τη ζεστασιά, για το «έλα μέσα». Και ο Στάθης έχει χρυσή καρδιά και το βλέπουμε στις πράξεις του. Βγαίνει στο κρύο, σκάβει με ένα χέρι, ιδρώνει, λερώνεται, συνεχίζει να φροντίζει το ελατάκι. «Καλύτερα να κρυώσει το φαγητό παρά ο φίλος μου!».

Η συγγραφέας επιλέγει να δώσει στο ελατάκι δυνατή εσωτερική φωνή, με ερωτήσεις, επιφωνήματα, κεφαλαία και επαναλήψεις. Και μ’ αυτόν τον τρόπο «ακούμε» την αγωνία του ήρωα. Τα στολίδια δεν είναι «τέλεια». Είναι φτιαγμένα από «ό,τι άχρηστο υλικό είχε βρει»: αλουμινόκουτα, σπιρτόκουτα, χαρτιά. Κι όμως γίνονται ομορφιά, γιατί τα έφτιαξε «με το ένα και μοναδικό του χεράκι», βάζοντας τη φαντασία να δουλέψει μέχρι να γίνει πραγματικότητα.

Ακόμη πιο συγκινητικό είναι το τελείωμα του στολισμού: όταν η κορυφή είναι ψηλά και ο Στάθης δεν φτάνει, το ελατάκι «έγειρε τον κορμό του» με τη βοήθεια του αέρα για να μπει το αστέρι. Είναι σύμβολο συνεργασίας: ο ένας προσαρμόζεται για τον άλλον, χωρίς να ζητά συγγνώμη που είναι αυτό που είναι.

Και στο τέλος, έρχεται η αναγνώριση: οι άνθρωποι που περνούν χαμογελούν, μέσα από το σπίτι ακούγονται χειροκροτήματα, η οικογένεια είναι περήφανη, κι ο Στάθης κοιμάται «κατάκοπος αλλά τρισευτυχισμένος». Δεν άλλαξε ο κόσμος. Άλλαξε η γωνία που σκεφτόμαστε και κοιτάμε τα γεγονότα. 

Κι αν κρατήσουμε κάτι μετά το τελευταίο φως, είναι αυτό: την επόμενη φορά που θα δούμε κάποιον «στραβό» στη δική μας βιτρίνα -παιδί, άνθρωπο, ιδέα- θα τον κρύψουμε για να μη «χαλάει τη μόστρα» ή θα έχουμε το θάρρος να τον διαλέξουμε;