Τρία χρόνια μετά τις καταστροφικές πλημμύρες του Daniel, η Περιφέρεια Θεσσαλίας, που βρέθηκε στο επίκεντρο της μεγαλύτερης φυσικής καταστροφής των τελευταίων δεκαετιών σταδιακά μετατρέπεται στο πρώτο πεδίο εφαρμογής μιας διαφορετικής φιλοσοφίας διαχείρισης της κλιματικής ανθεκτικότητας, η οποία συνδυάζει την πρόληψη, την επιστημονική τεκμηρίωση, τα ψηφιακά εργαλεία και τη συνεργασία της διοίκησης με την επιστημονική κοινότητα.

Έχοντας ήδη θεμελιώσει το πρότυπο λειτουργίας του Κέντρου Συντονισμού Πολιτικής Προστασίας, μιας δομής που αναγνωρίστηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο μέσα από το πρόγραμμα EU-DRIVE, φαίνεται τώρα να ανοίγει ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο κύκλο πρωτοπορίας. Αυτόν της συστηματικής, επιστημονικά τεκμηριωμένης πρόληψης απέναντι στους τρεις μεγάλους κινδύνους της εποχής μας, το νερό, τον αέρα και την πλημμύρα.

Το πρώτο και ίσως πιο σημαντικό βήμα αφορά στα ύδατα. Σε συνεργασία, όπως ανακοινώθηκε, με το Πανεπιστήμιο του Brighton, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας και Έλληνες επιστήμονες, η περιφέρεια προχώρησε ήδη στην πρώτη ολοκληρωμένη εφαρμογή ενός νέου μοντέλου διαχείρισης ποταμών, βασισμένου στις λεγόμενες Λύσεις Βασισμένες στη Φύση. Η αλλαγή, σύμφωνα με όσα τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας κ. Κουρέτας, δεν αφορά μόνο τις τεχνικές παρεμβάσεις αλλά κυρίως τον τρόπο σκέψης. 

Για δεκαετίες, ο σχεδιασμός αντιμετώπιζε τον ποταμό ως αγωγό που έπρεπε να αδειάζει το νερό όσο πιο γρήγορα γίνεται. Η νέα προσέγγιση, την οποία η Θεσσαλία εφαρμόζει πρώτη στην Ελλάδα, βλέπει το ποτάμι ως ζωντανό οργανισμό: εξετάζει τη λεκάνη απορροής στο σύνολό της, τα φερτά υλικά, το πλημμυρικό πεδίο, την παρόχθια βλάστηση, τις φυσικές διεργασίες που ρυθμίζουν εδώ και χιλιάδες χρόνια τη συμπεριφορά του νερού.

Μια πρακτική που αναγνωρίζεται κυβερνητικά. Μιλάμε, δηλαδή, εξηγεί, για την πρώτη ολοκληρωμένη εφαρμογή αυτής της μεθοδολογίας στη χώρα, με στόχο τα συμπεράσματά της να αποτελέσουν οδηγό για ανάλογες παρεμβάσεις πανελλαδικά. Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η εθνική στρατηγική αρχίζει να δοκιμάζεται στις όχθες των θεσσαλικών ποταμών.

Στο δεύτερο πεδίο, αυτό της ατμόσφαιρας, η πρωτοπορία έχει όνομα: «Air Thessaly». Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Γιώργος Σαχαρίδης, βρίσκεται πίσω από το ένα έξυπνο προγνωστικό σύστημα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που δεν αρκείται στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά επιχειρεί να το προβλέψει πριν αυτό εκδηλωθεί. Μετά την πρώτη ολοκληρωμένη αποτύπωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις τέσσερις μεγάλες πόλεις της Θεσσαλίας, η Περιφέρεια ενσωματώνει πλέον το προγνωστικό αυτό μοντέλο στον νέο ιστότοπο της Πολιτικής Προστασίας, με στόχο την έγκαιρη ενημέρωση των πολιτών, και ιδίως των ευπαθών ομάδων, πριν από επεισόδια αυξημένης ρύπανσης.

Παράλληλα, το δίκτυο μετρήσεων αιωρούμενων σωματιδίων PM10 και PM2,5 επεκτείνεται σε περισσότερες περιοχές, ώστε η παρακολούθηση να καλύπτει αντιπροσωπευτικά ολόκληρη την θεσσαλική ύπαιθρο. Αξίζει να σημειωθεί, πως η Θεσσαλία εφαρμόζει ήδη τις απαιτήσεις της νέας ευρωπαϊκής Οδηγίας 2881/2024 αρκετά χρόνια πριν αυτή ενσωματωθεί υποχρεωτικά στην ελληνική νομοθεσία, υιοθετώντας αυστηρότερα όρια για τα αιωρούμενα σωματίδια και νέες μετρήσεις για βαρέα μέταλλα και ρύπους που επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα.

Το τρίτο μέτωπο, η αντιπλημμυρική προστασία, συνδέεται άρρηκτα με το πρώτο, καθώς οι φυσικές λύσεις που εφαρμόζονται στη διαχείριση των ποταμών αποτελούν ταυτόχρονα και εργαλείο μείωσης του πλημμυρικού κινδύνου. Η συγκεκριμένη προσέγγιση, σύμφωνα με την Περιφέρεια Θεσσαλίας, δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε τσιμεντένιες υποδομές, αντ’ αυτού αξιοποιεί τις φυσικές λειτουργίες του πεδίου, όπως η παρόχθια βλάστηση, η φυσική συγκράτηση φερτών υλικών και οι πλημμυρικές ζώνες, για να απορροφά και να επιβραδύνει τη ροή του νερού πριν αυτή μετατραπεί σε απειλή για οικισμούς και καλλιέργειες. 

Αποστόλης Ζώης (ΑΠΕ-ΜΠΕ)