Βρισκόμαστε στα τέλη Σεπτεμβρίου και στις Βρυξέλλες ξεκινά η φάση που θα καθορίσει το αγροτικό εισόδημα της επόμενης επταετίας. Το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της 22ας Σεπτεμβρίου άνοιξε επίσημα τη διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό της Ένωσης της περιόδου 2028 έως 2034, με την ιρλανδική προεδρία να ετοιμάζεται να καταθέσει τις δικές της προτάσεις μέσα στον Οκτώβριο.

Ακολουθούν τρεις σύνοδοι κορυφής ως τα μέσα Δεκεμβρίου, με στόχο συμφωνία εντός του έτους ώστε τα νέα προγράμματα να ξεκινήσουν κανονικά την 1η Ιανουαρίου 2028. Η βιασύνη δεν είναι τυχαία, καθώς μέσα στο 2027 επτά χώρες οδηγούνται σε εκλογές και οι ισορροπίες μπορεί να αλλάξουν άρδην.

Ωστόσο τίποτα δεν αποκλείει μια ενδιάμεση μεταβατική περίοδο, όπως έγινε και στην προηγούμενη αλλαγή της ΚΑΠ.

Ο νέος προϋπολογισμός παραμένει καθηλωμένος γύρω στο 1,23% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, δηλαδή σε ένα ποσοστό που ουσιαστικά δεν μεγαλώνει. Μέσα σε αυτό, η στήριξη των γεωργών προτείνεται να οριοθετηθεί στην τάξη των 300 δισ. ευρώ για όλη την επταετία. Το ποσό ακούγεται τεράστιο και με μια πρώτη ματιά μοιάζει ελαφρώς μεγαλύτερο από τις σημερινές άμεσες ενισχύσεις.

Η σύγκριση όμως κρύβει παγίδα. Σήμερα η ΚΑΠ δεν είναι μόνο οι άμεσες ενισχύσεις. Είναι και ο δεύτερος πυλώνας, δηλαδή τα Σχέδια Βελτίωσης, οι Νέοι Αγρότες, η μεταποίηση και τα έργα υποδομών. Αν προστεθούν και αυτά, το συνολικό αγροτικό κονδύλι της τρέχουσας περιόδου φτάνει τα 386,6 δισ. ευρώ, οπότε η εικόνα αντιστρέφεται. Η αγροτική πίτα μικραίνει, τη στιγμή που στο ίδιο τραπέζι κάθονται πλέον και η άμυνα, η ασφάλεια, η μετανάστευση και η ανταγωνιστικότητα, διεκδικώντας μερίδιο από τα ίδια χρήματα.

Για τη χώρα μας η πρόταση κατοχυρώνει ένα ελάχιστο εγγυημένο ποσό της τάξης των 14,6 δισ. ευρώ για την επταετία. Εκτιμήσεις που έχουν διατυπωθεί μιλούν για ετήσια απώλεια που ενδέχεται να φτάσει τα 400 εκατ. ευρώ, κυρίως μέσω της συρρίκνωσης των άμεσων ενισχύσεων.

Το πιο κρίσιμο σημείο όμως δεν είναι πόσα χρήματα έρχονται αλλά πώς θα μοιράζονται. Μέχρι σήμερα η ΚΑΠ λειτουργεί με δύο ξεχωριστά πορτοφόλια, ένα για τις ετήσιες ενισχύσεις και ένα για τις επενδύσεις. Η νέα πρόταση τα ενοποιεί σε ένα ταμείο και σε ένα ενιαίο εθνικό σχέδιο. Η λογική της απλοποίησης είναι θεμιτή και μειώνει πράγματι το διοικητικό βάρος. Το πρακτικό αποτέλεσμα όμως είναι ότι η αγροτική ανάπτυξη χάνει τη δική της θωρακισμένη γραμμή και θα ανταγωνίζεται εσωτερικά τις ενισχύσεις μέσα στο ίδιο πορτοφόλι. Σε μια χώρα όπου οι επενδύσεις στη γεωργία υποχρηματοδοτούνται διαχρονικά, η πίεση θα είναι μονόδρομη και θα κατευθύνεται προς τις άμεσες ενισχύσεις, επειδή αυτές είναι πολιτικά ορατές και πληρώνονται κάθε χρόνο. Με απλά λόγια, ό,τι κερδίζεται σε ετήσιο εισόδημα κινδυνεύει να χαθεί από τον εκσυγχρονισμό της επόμενης δεκαετίας.

Δύο ακόμη ρυθμίσεις αξίζει να συγκρατήσει ο παραγωγός. Η πρώτη είναι ένα ανώτατο όριο ενισχύσεων 100.000 ευρώ τον χρόνο ανά εκμετάλλευση. Για την Ελλάδα το όριο αυτό είναι σχεδόν χωρίς αντίκρισμα, αφού ελάχιστες εκμεταλλεύσεις πλησιάζουν τέτοια ποσά. Η δεύτερη είναι ένα σταθερό κατ’ αποκοπή ποσό έως 3.000 ευρώ τον χρόνο για τις μικρές εκμεταλλεύσεις, χωρίς τη σημερινή πολυπλοκότητα υπολογισμών.

Εκεί ακριβώς κρίνεται το ελληνικό συμφέρον. Η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών εκμεταλλεύσεων είναι μικρή και κατακερματισμένη, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι μικρές εκμεταλλεύσεις αποτελούν περίπου τις μισές αλλά απορροφούν ελάχιστο μέρος των ενισχύσεων. Ένα γενναιόδωρο κατ’ αποκοπή ποσό με σωστά ορισμένο κατώφλι μπορεί να αποδώσει στον μέσο Έλληνα παραγωγό περισσότερα από όσα χάνει από τη γενική συρρίκνωση. Ένα χαμηλό ή στενά οριοθετημένο ποσό κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Όλα αυτά κρίνονται τώρα και όχι σε δύο χρόνια. Στις 20 Σεπτεμβρίου το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων άνοιξε τον εθνικό διάλογο για τη νέα ΚΑΠ, καλώντας τους ενδιαφερόμενους να καταθέσουν προτάσεις για τις προκλήσεις της περιόδου και για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο. Η προθεσμία εκπνέει γύρω στα μέσα προς τέλη Οκτωβρίου, δηλαδή ουσιαστικά ταυτόχρονα με την κατάθεση του ιρλανδικού διαπραγματευτικού φακέλου.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η συμμετοχή στην πλατφόρμα είναι ελάχιστη. Δεν πρόκειται για αδιαφορία του κλάδου αλλά για πρόβλημα συγχρονισμού. Οι φορείς, οι μελετητές και οι Φορείς Υποβολής Δηλώσεων ΕΑΕ βρίσκονται αυτές τις εβδομάδες σε μεγάλη πίεση λόγω των καθυστερήσεων στην Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης, με εκατοντάδες χιλιάδες δηλώσεις σε εκκρεμότητα. Όποιος έχει τη γνώση να συνεισφέρει ουσιαστικά είναι ακριβώς αυτός που δεν έχει τον χρόνο. Η εθνική θέση διαμορφώνεται όταν όλοι κοιτούν αλλού, και αυτό δεν είναι θέμα προθέσεων αλλά κακής ημερολογιακής συγκυρίας.

Η Ελλάδα δεν θα κρίνει το συνολικό ύψος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Αυτό θα το κρίνουν οι χώρες που πληρώνουν περισσότερα από όσα λαμβάνουν και οι ισορροπίες μεταξύ Βορρά και Νότου. Μπορεί όμως να επηρεάσει τρία σημεία που μεταφράζονται άμεσα σε ευρώ ανά στρέμμα. Το πρώτο είναι να κατοχυρωθεί ένα ελάχιστο ποσοστό αποκλειστικά για επενδύσεις μέσα στο ενιαίο ταμείο, ώστε να μην «εξαερωθεί» ο σημερινός δεύτερος πυλώνας. Το δεύτερο είναι το ύψος και το κατώφλι του κατ’ αποκοπή ποσού για τις μικρές εκμεταλλεύσεις, που για την ελληνική διάρθρωση αξίζει περισσότερο από κάθε συζήτηση περί ανώτατου ορίου. Το τρίτο είναι η ουσιαστική χρηματοδότηση των εργαλείων διαχείρισης κινδύνου, σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια πλήρωσε επιζωοτίες, πλημμύρες και καύσωνες μέσω έκτακτων ρυθμίσεων αντί μέσω μόνιμων μηχανισμών.

Για να κατατεθούν αυτά ως τεκμηριωμένη εθνική θέση και όχι ως γενικόλογο αίτημα, χρειάζονται αριθμοί, σενάρια κατανομής και συμμαχίες με Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία πριν κλείσει ο Οκτώβριος. Ο χρόνος πλέον μετριέται σε εβδομάδες και όχι σε μήνες…

insider.gr