Στις 2 Μαΐου του 1986, έξι μέρες μετά τις εκρήξεις στον αντιδραστήρα 4 του Τσερνόμπιλ, το ραδιενεργό νέφος έφτασε στην Ελλάδα και άρχισε να διασπείρεται με τη βοήθεια των ανέμων. Οι τοπικές βροχοπτώσεις ενίσχυσαν την εναπόθεση ραδιοϊσοτόπων σε συγκεκριμένες περιοχές – hotspots, κυρίως στην Κεντρο-Δυτική Μακεδονία και στη Θεσσαλία. 

Τις ίδιες μέρες οι πολίτες σαστισμένοι γίνονταν δέκτες αντιφατικών ανακοινώσεων φορέων – αρμόδιων και μη – οι οποίοι με τη σειρά τους αναζητούσαν βηματισμό, έχοντας να διαχειριστούν μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Τα μέσα ενημέρωσης έκαναν λόγο για “Πάσχα τρόμου”, το γάλα εβαπορέ εξαφανιζόταν από τα ράφια των καταστημάτων, οι καταναλωτές απέφευγαν τα φρέσκα λαχανικά και περιόριζαν εξωτερικές δραστηριότητες ενώ οι έγκυες βίωναν τον φόβο για την υγεία των εμβρύων που κυοφορούσαν. Περίπου 2.500 διακοπές επιθυμητών κυήσεων έγιναν στο τρίμηνο Μάιος – Ιούλιος. 

Σαράντα χρόνια μετά, ενώ ο χρόνος ημιζωής των ραδιοϊσοτόπων έχει παρέλθει, ο κ. Σωτήρης Οικονομίδης (φωτογραφία), διευθυντής Κύκλου Σπουδών στο Περιφερειακό Ευρωπαϊκό Εκπαιδευτικό Κέντρο (ΠΕΕΚ) της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ), κάνει μια ψύχραιμη αποτίμηση του αποτυπώματος που άφησε στην Ελλάδα το πυρηνικό ατύχημα.

Μιλάει στο iatronet.gr για τα ευρήματα των μετρήσεων στο έδαφος διάφορων περιοχών της χώρας, την εκτίμηση της μέσης ενεργού δόσης που λάβαμε κατά το πρώτο έτος και σωρευτικά, για την κρίση εμπιστοσύνης που προκάλεσε η έλλειψη επίσημου φορέα ενημέρωσης και για τα διδάγματα της επόμενης μέρας. 

Οι περιοχές που βρέθηκαν στο επίκεντρο

Όπως ανέφερε ο κ. Οικονομίδης σε σχετική του εισήγηση στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ιατρικής Φυσικής και 27ο Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο Ακτινολογίας, στη Λάρισα, οι εκρήξεις στον αντιδραστήρα 4 του Τσερνόμπιλ στις 26 Απριλίου του 1986 απελευθέρωσαν μεγάλες ποσότητες ραδιονουκλιδίων I-131 (Ιώδιο-131), Cs-134 (Καίσιο-134) και Cs-137 (Καίσιο-137) που εκλύθηκαν για περίπου 10 ημέρες.

Από την ανάλυση με γ-φασματοσκοπία 1.242 δειγμάτων εδάφους που λήφθηκαν από το Μάιο ως το Νοέμβριο σε όλη την Ελλάδα έγινε χαρτογράφηση και χωρική κατανομή της εναπόθεσης, που εμφάνισε μεγάλη μεταβλητότητα στις διάφορες περιοχές της χώρας, λόγω κλιματικών συνθηκών. Οι τοπικές βροχές ενίσχυσαν την εναπόθεση, κυρίως σε περιοχές της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας, ενώ η οροσειρά της Πίνδου λειτούργησε ως φυσικό εμπόδιο, προστατεύοντας τα Ιωάννινα και τη Δυτική Ελλάδα. 

Όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, η εναπόθεση Καισίου-137 ήταν υψηλότερη στην Ημαθία, στα Τρίκαλα, στην Καρδίτσα και στη Θεσσαλονίκη, σημαντικά μικρότερη στα Ιωάννινα και στην Αττική, και σχεδόν μηδενική στα Δωδεκάνησα. Η μονάδα μέτρησης είναι το κιλομπεκερέλ ανά τ.μ. (kBq/m2) που αναφέρεται στην επιφανειακή ραδιενεργό ρύπανση στο έδαφος.

Πόσο εκτέθηκαν οι πολίτες

Οι οδοί έκθεσης του ανθρώπου στην ακτινοβολία είναι:

  • Η εξωτερική έκθεση: Ακτινοβόληση λόγω νέφους και των ραδιονουκλιδίων που εναποτέθηκαν στο έδαφος.
  • Η εισπνοή: Πρόσληψη ραδιονουκλιδίων με την αναπνοή κατά τη διέλευση του νέφους.
  • Μέσω της τροφικής αλυσίδας: Ιώδιο-131 στο γάλα, Καίσιο-137 σε γάλα, κρέας και δημητριακά για μεγαλύτερο διάστημα.

Οι χρόνοι ημιζωής είναι περίπου 8 μέρες για το Ιώδιο-131, 2 έτη για το Καίσιο-134 και 30 έτη για το Καίσιο-137.

Η μέση ενεργός δόση ιοντίζουσας ακτινοβολίας που εκτιμήθηκε για έναν κάτοικο της Ελλάδας κατά το πρώτο έτος μετά το ατύχημα (1986-1987), με βάση μετρήσεις και μοντέλα ήταν 0,5 – 0,6 mSv (μιλισίβερτ), σχεδόν το ¼ της μέσης ετήσιας ενεργού δόσης που λαμβάνει κάθε άνθρωπος ετησίως από το περιβάλλον. 

“Θέλουμε δεν θέλουμε, διαρκώς ακτινοβολούμαστε από το περιβάλλον (κοσμική ακτινοβολία, ραδόνιο, υπέδαφος κ.ά), αυτός είναι ο κόσμος μας. Η μέση ενεργός δόση ακτινοβολίας που πήραμε από το Τσερνόμπιλ τον πρώτο χρόνο αντιστοιχεί στο 25% αυτής της ακτινοβολίας που λαμβάνουμε ούτως ή άλλως”, επισημαίνει ο κ. Οικονομίδης, προσθέτοντας πως σύμφωνα με παλιότερη μεγάλη έρευνα της ΕΕΑΕ η μέση ακτινική επιβάρυνση από ιατρικές πηγές (απεικονιστικές εξετάσεις και θεραπείες) είναι συγκρίσιμη με εκείνη από το περιβάλλον. “Όποιος από εμάς κάνει ένα διηπειρωτικό αεροπορικό ταξίδι, Ευρώπη – Αμερική, ουσιαστικά παίρνει ηθελημένα μια δόση συγκρίσιμη με μια ακτινογραφία θώρακα”, σημειώνει. 

Από τα ενδεικτικά εύρη τιμών ενεργού δόσης που μετρήθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη προκύπτει πως μόνο στην Ουκρανία και σε γειτονικές χώρες όπως η Λευκορωσία και η νοτιοδυτική Ρωσία η επιβάρυνση από το ατύχημα ξεπέρασε την ετήσια ενεργό δόση από το περιβάλλον. 

Σε ορίζοντα 50 ετών η μέση σωρευτική ενεργός δόση ανά άτομο στην Ελλάδα εκτιμήθηκε στα 0,7 mSv, που αφορά: 

  • Περίπου 0,4 mSv από πρόσληψη Καισίου-134 και 137 μέσω της τροφικής αλυσίδας.
  • 0,3 mSv από την εναπόθεση στο έδαφος και τη συνεισφορά του Iωδίου-131 τις πρώτες εβδομάδες. 

Κρίση εμπιστοσύνης και μείωση γεννήσεων

Οι αρχικές δηλώσεις αρμόδιων και μη φορέων μετά το ατύχημα πως “δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για την Ελλάδα” ακολουθήθηκαν απότομα από αυστηρά απαγορευτικά μέτρα, προκαλώντας εύλογα δυσπιστία στο κοινό και μια κρίση εμπιστοσύνης. Ελλείψει ενιαίου φορέα ενημέρωσης, πολλαπλές δημόσιες υπηρεσίες και εργαστήρια έδιναν διαφορετικές εκτιμήσεις, εντείνοντας τη σύγχυση. 

Η άμεση αντίδραση ήταν ο αγοραστικός πανικός: το γάλα εβαπορέ έγινε ανάρπαστο, οι καταναλωτές πετούσαν φρέσκα τρόφιμα, ενώ απέφευγαν υπαίθριες δραστηριότητες και μετακινήσεις στη βροχή.

“Δεν είχαμε διαχειριστεί ξανά μια τέτοια κατάσταση, δεν ξέραμε πώς να παρουσιάσουμε την πληροφορία, ενώ ο κόσμος δεν ήξερε ποια πληροφορία να εμπιστευθεί, μέσα σε έναν καταιγισμό συχνά αντιφατικών δηλώσεων”, παρατηρεί ο κ. Οικονομίδης, εκτιμώντας πως τελικά “η κακή επικοινωνία του ρίσκου προκάλεσε μεγαλύτερη βλάβη στη δημόσια υγεία από την ίδια την ακτινοβολία”.

Η σημαντικότερη επίπτωση αφορά τις γεννήσεις: Εκτιμάται πως περίπου 2.500 επιθυμητές κυήσεις διακόπηκαν από το Μάιο ως τον Ιούλιο του 1986. Το γεγονός προκάλεσε μείωση γεννήσεων κατά 23%. 

Όπως ανέφερε ο κ. Οικονομίδης,  σύμφωνα με τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για δόσεις στο κύημα μικρότερες των 100mGy η διακοπή της κύησης πρέπει να αποκλείεται.

Το ιστορικό μάθημα

Οι προκλήσεις του 1986 αποκάλυψαν ένα κενό στην αρχιτεκτονική της ραδιολογικής και πυρηνικής ασφάλειας στη χώρα, που καλύφθηκε το 1987 με την ανασύσταση της ΕΕΑΕ ως αρμόδιας εθνικής ρυθμιστικής αρχής σε θέματα ακτινοπροστασίας. Σήμερα έχει διακριτή αποστολή, ασκεί συνεχή εποπτεία με τηλεμετρικό δίκτυο μέτρησης ραδιενέργειας περιβάλλοντος, εκπονεί ειδικά σχέδια αντιμετώπισης ραδιολογικών και πυρηνικών εκτάκτων αναγκών, ενώ παρέχει τεκμηριωμένη ενημέρωση των αρμόδιων αρχών και του κοινού. 

“Θεσμικά και επιχειρησιακά, το βασικό αποτύπωμα 40 χρόνια μετά είναι πως είμαστε πια σε θέση να διαχειριστούμε μια τέτοια κατάσταση όπως πρέπει”, καταλήγει ο κ. Οικονομίδης.  

Bασίλης Ιγνατιάδης (iatronet.gr)